κραδαστικός

κραδαστικός
η , ό[ν] вибрационный;

κραδαστικόν μηχάνημα — вибрационный аппарат


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κραδαστικός" в других словарях:

  • κραδαστικός — ή, ό [κραδαίνω] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κραδασμό ή προκαλεί κραδασμούς, δονητικός. επίρρ... κραδαστικώς και ά με κραδασμούς …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»